Γιατί οι σύμμαχοι των ΗΠΑ λένε «όχι» στο κάλεσμα του Τραμπ για τα Στενά του Ορμούζ
«Ψυχρή υποδοχή» στην έκκληση Τραμπ για τα Στενά του Ορμούζ – Επιφυλάξεις και πρακτικά όρια από τους συμμάχους των ΅Αμερικανών.
Αντιμέτωπος με εμφανή απροθυμία από συμμάχους των ΗΠΑ βρέθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά την προτροπή του προς άλλες χώρες να στείλουν πολεμικά πλοία και στρατιωτικά μέσα με στόχο να «ανοίξει» και να ασφαλιστεί τα Στενά του Ορμούζ — μια θαλάσσια αρτηρία κρίσιμη για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου, όπου η ναυσιπλοΐα έχει περιοριστεί δραστικά από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε πως «ενθαρρύνει σθεναρά» άλλες χώρες να συνεργαστούν με την Ουάσιγκτον «γρήγορα και με πολύ ενθουσιασμό», παρουσιάζοντας τη συνδρομή ως ένδειξη συμμαχικής συνέπειας. «Ο βαθμός ενθουσιασμού είναι σημαντικός για μένα», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ «θα όφειλαν να πηδήξουν πάνω και να μας βοηθήσουν», υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ «τους βοηθούν εδώ και χρόνια». Σε άλλη αποστροφή του, άφησε να εννοηθεί ότι ακόμη και η Κίνα «θα έπρεπε να ευχαριστήσει» τις ΗΠΑ για τον πόλεμο.
Οι αρνητικές απαντήσεις και το «απίστευτο αίτημα»
Παρά το ύφος των δηλώσεων, δεν καταγράφηκε άμεση ανταπόκριση από τους βασικούς συμμάχους. Βρετανία και Γερμανία φέρονται να απέρριψαν κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αποστολής του ΝΑΤΟ για την αποκατάσταση της κίνησης στα Στενά, ενώ Ιαπωνία και Αυστραλία -παραδοσιακοί εταίροι της Ουάσιγκτον- απέκλεισαν την αποστολή στρατιωτικών μέσων.
«Είναι αληθινά απίστευτο αίτημα», σχολίασε ο Φίλιπ Γκόρντον, που συμβούλευε άλλοτε τη δημοκρατική πρώην αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις για ζητήματα εθνικής ασφαλείας και εργάζεται πλέον ως ειδικός στο κέντρο μελετών Brookings Institution.
Παράλληλα, απέδωσε την ψυχρότητα των συμμάχων σε ένα συσσωρευμένο κλίμα δυσπιστίας: από τις εμπορικές συγκρούσεις και τους δασμούς, έως τις αιχμές κατά του ΝΑΤΟ και τις κατά καιρούς διπλωματικές τριβές. «Φανταστείτε να είστε Ευρωπαίος ηγέτης που πρέπει να δικαιολογήσει τον κίνδυνο ανθρώπινων ζωών για έναν πρόεδρο που σας υποβαθμίζει και σας προσβάλλει επί μήνες», ανέφερε, εκτιμώντας ότι πολιτικά είναι δύσκολο να υποστηριχθεί μια τέτοια αποστολή.
Αντίστοιχα, ο καθηγητής Έρουαν Λαγκαντέκ (George Washington University) σημείωσε ότι οι ΗΠΑ «ξεκίνησαν πόλεμο χωρίς να συμβουλευτούν τους συμμάχους τους» και πλέον ζητούν από αυτούς να συνδράμουν στην αντιμετώπιση των συνεπειών, κάτι που, όπως είπε, «δεν θα εκληφθεί θετικά» σε πολλές πρωτεύουσες.
Πέρα από την πολιτική: Το ζήτημα των δυνατοτήτων
Στην εξίσωση μπαίνουν και καθαρά πρακτικοί παράγοντες. Όπως επισημαίνεται, οι ναυτικές δυνατότητες πολλών χωρών είναι πεπερασμένες και δεν επαρκούν εύκολα για μια επιχείρηση διαρκούς επιτήρησης και συνοδείας σε ένα τόσο ευάλωτο και νευραλγικό πέρασμα. Ορισμένοι αναλυτές σημειώνουν επίσης ότι σημαντικό μέρος του αμυντικού υλικού που έχουν παραγγείλει ευρωπαϊκές χώρες -για τη δική τους άμυνα ή για υποστήριξη της Ουκρανίας- σχετίζεται με αμερικανικά συστήματα που αυτή τη στιγμή αξιοποιούνται στο μέτωπο του Ιράν, γεγονός που εντείνει τις επιφυλάξεις για νέα δέσμευση πόρων.
Ο πρώην πρεσβευτής της Γαλλίας στις ΗΠΑ Ζεράρ Αρό σχολίασε επικριτικά το αίτημα της Ουάσιγκτον, κάνοντας λόγο για υπερβολική αξίωση, ενώ η Λιάνα Φιξ (Council on Foreign Relations) εκτίμησε ότι κάποιοι σύμμαχοι μπορεί να επιλέξουν έναν «ηπιότερο» δρόμο, όπως πρόσθετη επιμελητειακή ή τεχνική υποστήριξη - χωρίς όμως να αλλάξουν θέση ως προς την αποστολή πολεμικών μέσων στην πρώτη γραμμή.
Συνολικά, το κάλεσμα για διεθνή «ναυτική κινητοποίηση» στα Στενά του Ορμούζ φαίνεται -τουλάχιστον προς το παρόν- να σκοντάφτει τόσο σε πολιτικές αντιστάσεις όσο και σε επιχειρησιακά όρια, σε μια συγκυρία όπου η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει ήδη άμεσα την παγκόσμια αγορά ενέργειας και τη διεθνή ναυτιλία.